Γιώργης Βρέντζος - Η νεράϊδα κι ο βοσκός Songtexte

Μιας περασμΈενης εποχής στα χρόνια τω θαυμάτω
κι ότε ξομένανε οι βοσκοί στο γύρο τω προβάτω
‘θω τη μεριά των Ανωγιών οθέ το πάνω αόρι
ήταν γ'εις νιός που από μικρός το φόβο δεν εθώρει.

Μέρα και νύχτα απού τα ζα δεν έλειπε ποτέ του,
μα τη ζωή του αοριού να κάνει έρεσέ του,
ν’ αρμέγει, να τυροκομά, γάλα παχύ να πίνει,
και στην κρυγιόδο εις στο νερό, τη δίψα του να σβήνει.

Ήτονε είκοσι χρονών, λεβέντης διωματάρης
μα χε και έν’ άλλο χάρισμα τούτος ο κανακάρης,
σα θέλ’ αρχίξει το σκοπό και τη λαλιάν του απλώσει
τ’ αγρίμια που επάντιχνε εμπόριε να μερώσει,
κι έκαμε το τραγούδιν του σκληρές καρδιές να κλαίνε
κι όλοι οι βοσκοί παρηγοριά στα πάθη τόνε θένε.

Κι οντέν εκάνανε σαλεμό τα ζά του ένα βράδυ,
θωρεί μια λάμψη κι ήρχετο βαθιά απ το σκοτάδι,
δεν ήταν λάμψη τσ’ αστραπής που σβήνει πριν ανάψει
μ’ ουδέ φωθιά που εφούντωσε τσι πρίνους για να κάψει
κι αντί να ξιπαστούν τα ζα ασάλευτα επομείνα,
κοντό και τα μελούμενα ενιώσανε και κείνα;
Μονάχα ο μπροσταρότραγος έπαιξε το κουδούνι,
οντέ κατέβαινε ο νιος απο το κορφοβούνι,
με δίχως φόβο εγλάκιξε να δει ήντα συμβαίνει,
θωρεί μια κόρη απού λαμπε και στα λευκά ντυμένη
και μόλο που ήτονε σκοτεινά, η νύχτα μέρα εγίνη
κι αποδιαφωτιστήκανε όλα την ώρα εκείνη.
Ήντα γυρεύεις κόρη επά για πές μου την αλήθεια
άνθρωπος ή αερικό είσαι απ’ τα παραμύθια;
και θαμπωμένος και βουβός απο την ομορφιά τση
χωρίς να το καλοσκεφτεί εσίμωσε κοντά τση.

Είχε το φως του φεγγαριού πανω στο πρόσωπό τση
και χάμε αγγίζανε στη γης οι άκρες των μαλλιών τση,
ξανθά τονε και με ουρανό τα μάθια τση εμοιάζαν
χίλια μαχαίρια εις την καρδιά νιώθει και τονε σφάζαν.

Τέτοια ομορφιά αν είχε δει ποτέ του δε θυμάται
και δεν κατεχει ξυπνητός άν είναι γ'ή κοιμάται.


Μη μου σιμώνεις άνθρωπε και δόξαζε τη μοίρα
που τη λαλιά σου ερέχτηκα και δε σου την επήρα,
δε ντουχιουντίζεις άμυαλε πως σ’ ό,τι τόπο πράσσει
τση νύχτας το νεραϊδικό θνητός δε διαφαλάσει;

Τού `πε και σαν τον άνεμο εχάθηκι από μπρός του
κι ως να λογιάσει ηντά τονε `πομένει μοναχός του.

Την άλλη μέρα στο χωριό πιάνει και κατεβαίνει
και σ’ τσι γονιούς του σκεφτικός ει το μαντάτο φέρνει
ο ίδιος μπλιό δεν ήτονε και η όρεξή του εχάθη
για τη νεράϊδα του αοριού εμπήκενε στα πάθη.

Αν δε τη κάμω ταίρι μου κι αν δε τη πω δική μου,
κύρη και μάνα, ογλήγορα τη χάνω τη ζωή μου!

Και κείνοι με τα δάκρυα τόνε παρηγορούνε:
Παιδί μου τ’ ακατόρθωτο τα χείλη σου μιλούνε
αν ήθελε το ξωτικό υ'γιέ μου κανακάρη
τη ζαχαρένια σου λαλιά θελά στην έχει πάρει.

Κι αν λες πως την ερέχτηκες βγάλε τη απ’ την καρδιά σου
και πιάσε αγάπησε θνητή γυναίκα τσ’ αρεσκειάς σου
γιά δεν μπορεί ο άνθρωπος μ’ αερικό να ζήσει
έτσά το πρόσταξε ο Θεός απού `πλαξε τη Φύση!
Dieser text wurde 181 mal gelesen.